Κύρια Πρόταση

Σκοπός: εισαγωγή καινούργιου θέματος
Μπορει να Διακόψει Ομιλητή: Όχι
Απαιτείται Δεύτερος: Ναί
Συζητήσιμη: Ναί
Τροποποιήσιμη: Ναί
Απαιτούμενη Ψήφος: Πλειοψηφία

Σύνοψη:

Μια Κύρια Πρόταση εισάγει ένα θέμα σχετικό με τους σκοπούς και τη δουλειά του σώματος. Σκοπός της συνάντησης είναι να πάρει αποφάσεις για κύριες προτάσεις.

Περιγραφή:

Ο σκοπός μιας κύριας πρότασης είναι να εισάγει ένα θέμα στα μέλη για να το εξετάσουν. Δεν μπορεί να προταθεί όταν μια άλλη πρόταση είναι στο τραπέζι και έχει μικρότερη προτεραιότητα από άλλου είδους προτάσεις, όπως τροποποιήσεις, επείγουσες προτάσεις και διαδικαστικές προτάσεις.

Η Κύρια Πρόταση περνάει από 6 βήματα μέχρι να ψηφιστεί:

  1. Ένα μέλος κάνει την πρόταση.
  2. Ένα Δεύτερο μέλος στηρίζει την πρόταση.
  3. Ο πρόεδρος δηλώνει την πρόταση.
  4. Τα μέλη συζητάνε την πρόταση.
  5. Ο πρόεδρος θέτει την πρόταση για ψηφοφορία.
  6. Ο πρόεδρος ανακοινώνει το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.

Οι άλλες προτάσεις περνάνει από την ίδια διαδικασία, με τη διαφορά οτι μερικές προτάσεις:

Η διαδικασία μπορεί να συντομευθεί, όμως οποιοδήποτε μέλος μπορεί να ζητήσει να τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία.

Αναλυτικότερα:

ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΠΡΟΤΑΣΗ

Το μέλος που θέλει να κάνει μια πρόταση, ζητάει το λόγο από τον πρόεδρο, λέγοντας οτι θέλει να κάνει μια πρόταση. Μόλις του δοθεί ο λόγος, διατυπώνει την πρότασή του, με όσο καλύτερη διατύπωση μπορεί (καλύτερα να την έχει γράψει εκ των προτέρων). Σ’ αυτό το σημείο δεν επιχείρηματολογεί ούτε εξηγεί τους λόγους για τους οποίους κάνει την πρόταση.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ

Ένα άλλο μέλος που συμφωνεί να συζητηθεί η πρόταση, λέει αμέσως, χωρίς να ζητήσει το λόγο, “Δεύτερος” ή “Δεύτερη”. Αν κάνενα μέλος δεν δώσει δεύτερη στήριξη στην πρόταση, η πρόταση αποσύρεται και η διαδικασία σταματάει εδώ. Αν ένα μέλος στηρίξει μια πρόταση ως δεύτερος, δεν σημαίνει οτι απαραίτητα συμφωνεί με την πρόταση. Σημαίνει οτι συμφωνεί να συζητηθεί η πρόταση γιατί η συζήτηση είναι σημαντική, ακόμα και αν η πρόταση απορριφθεί στην ψηφοφορία.

Ο σκοπός αυτού του βήματος στη διαδικασία είναι να επιταχύνει τη διαδικασία απόρριψης μιας πρότασης η οποία δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο εκτός από αυτόν που έκανε την πρόταση, ώστε να μην χρειάζεται να ξοδευτεί άλλος χρόνος μέχρι η συνέλευση να συζητήσει και να ψηφίσει την πρόταση.

Η Δεύτερη στήριξη μιας πρότασης παρέχεται ως καθοδήγηση προς τον πρόεδρο οτι η πρόταση είναι σημαντική και πρέπει να συζητηθεί. Σε υποθέσεις ρουτίνας, όταν ο πρόεδρος είναι σίγουρος οτι η πρόταση έχει ευρεία αποδοχή, αλλά τα μέλη αργούν να την στηρίξουν επίσημα, μπορεί να προχωρήσει στη συζήτηση χωρίς να περιμένει Δεύτερο. Αν δεν υπάρχει Δεύτερος αλλά ούτε έχει ξεκινήσει η ψηφοφορία για την πρόταση, οποιοδήποτε μέλος μπορεί να θέσει διαδικαστικό θέμα και τότε ο πρόεδρος υποχρεούται να ζητήσει τυπικά αν υπάρχει κάποιος Δεύτερος που στηρίζει την πρόταση.

ΔΙΑΤΥΠΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ

Όταν μια πρόταση έχει γίνει σύμφωνα με τη διαδικασία (δηλαδή δεν διακόπτει κάτι άλλο) και έχει στηριχτεί (ή κατά την κρίση του προέδρου πρέπει να συζητηθεί), ο πρόεδρος την θέτει στην συνέλευση για συζήτηση, δηλώνοντάς την, δηλαδή επαναλαμβάνει την ακριβή διατύπωση της πρότασης και ανακοινώνει οτι η πρόταση είναι ανοιχτή για συζήτηση. Για παράδειγμα, “Έχει προταθεί και στηριχθεί να ...”.

Αμέσως μετά ο πρόεδρος απευθύνεται στο μέλος που έκανε την πρόταση και του δίνει το λόγο, αν θέλει. Τότε το μέλος που έκανε την πρόταση μπορεί να εξηγήσει την πρόταση και την αιτιολογία της (και όχι νωρίτερα, όταν έκανε την πρόταση).

Ο πρόεδρος μπορεί να ζητήσει από τον γραμματέα να διαβάσει την πρόταση, αντί να την επαναλάβει ο ίδιος.

Αν το μέλος που έκανε την πρόταση την διάβασε ξεκάθαρα και ο πρόεδρος είναι σίγουρος οτι όλοι έχουν καταλάβει την πρόταση, ο πρόεδρος δεν χρειάζεται να επαναλάβει την πρόταση, αλλά μπορει να ξεκινήσει τη συζήτηση λέγοντας, “Έχει προταθεί και στηριχθεί να κάνουμε αυτό που μόλις διαβάστηκε.”

Παρομοίως, αν η πρόταση έχει μοιραστεί στα μέλη σε γραπτή μορφή, ο πρόεδρος δεν χρειάζεται να την επαναλάβει αλλά μπορεί να πει, “Έχει προταθεί και στηριχθεί να υιοθετήσουμε την πρόταση όπως είναι γραμμένη στο κείμενο που έχετε”.

Κατ’ αρχήν, ο πρόεδρος θα πρέπει να θέτει μια πρόταση για συζήτηση αμέσως αφότου γίνει η πρόταση και στηριχθεί, εκτός αν κατά την κρίση του η πρόταση δεν είναι ξεκάθαρη και πρέπει να διευκρινιστεί. Είναι ευθύνη του προέδρου να διατυπωθεί η πρόταση σε μορφή που να είναι κατανοητή. Δεν πρέπει να θέσει για συζήτηση μια πρόταση την οποία ο γραμματέας θα αναγκαστεί να παραφράσει πριν την καταχωρήσει στα πρακτικά.

Μέχρις ότου ο πρόεδρος θέσει μια πρόταση στη συνέλευση, η πρόταση ανήκει σ’ αυτόν που την έκανε, ο οποίος μπορεί να τροποποιήσει την πρόταση όπως θέλει, ή να την αποσύρει τελείως. Μόλις όμως η πρόταση τεθεί στη συνέλευση, η πρόταση γίνεται πλέον ιδιοκτησία της συνέλευσης και επομένως το μέλος που έκανε την πρόταση δεν μπορεί να την τροποποιήσει χωρίς την συγκατάθεση της συνέλευσης. Όμως, όσο εκκρεμεί η πρόταση (δηλαδή δεν έχει γίνει η ψηφοφορία), η συνέλευση μπορεί να τροποποιήσει την διατύπωση της πρότασης, κάνοντας μια πρόταση Τροποποίησης.

Όταν έχει γίνει μια πρόταση, αλλά ο πρόεδρος δεν την έχει θέσει ακόμα στη συνέλευση, δεν γίνεται συζήτηση επί της πρότασης. Οποιοδήποτε μέλος όμως μπορεί να παρέμβει χωρίς να πάρει το λόγο και να πει: “Κύριες πρόεδρε, θα ήθελα να ζητήσω από το μέλος που έκανε την πρόταση, αν δέχεται να αλλάξει την πρόταση ως εξής:…” Τότε το μέλος που έκανε την πρόταση μπορεί να πει, “Κύριε πρόεδρε δέχομαι την τροποποίηση της πρότασης”, ή μπορεί να κάνει μια άλλη τροποποίηση: “Κύριε πρόεδρε, θα αλλάξω την διατύπωση της πρότασης ως εξής:...”

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Αμέσως αφού δηλώσει την πρόταση, ο πρόεδρος θα πρέπει να απευθυνθεί στο μέλος που έκανε την πρόταση και να του δώσει τον πρώτο λόγο στη συζήτηση, τον οποίο δικαιούται να διεκδικήσει ακόμα και αν άλλοι έχουν ζητήσει πρώτοι το λόγο, εκτός αν ο λόγος έχει ήδη δοθεί σε κάποιον άλλο.

Στην επιχειρηματολογία, κάθε μέλος μπορεί να πάρει το λόγο δύο φορές σε μια μέρα για την ίδια πρόταση και δεν μπορεί να κάνει την δευτερολογία του πριν μιλήσουν όσοι άλλοι θέλουν να πάρουν το λόγο. Αν κάποιος έχει μιλήσει δύο φορές για την ίδια πρόταση σε μια συνάντηση, έχει εξαντλήσει το δικαίωμά του στη συζήτηση για εκείντη την πρόταση εκείνη τη μέρα.

Κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για περισσότερη ώρα από όση ορίζεται από τους κανονισμούς του σώματος, εκτός αν το σώμα δεν έχει ορίσει όριο για τη διάρκεια των ομιλίων, στην οποία περίπτωση το όριο θεωρείται οτι είναι 10 λεπτά.

Η συζήτηση πρέπει να περιορίζεται στην αξία της πρότασης. Τα μέλη πρέπει να απευθύνονται στον πρόεδρο να διατηρούν ευγενικό τόνο και --ειδικά όταν αναφέρονται σε απόκλιση απόψεων-- να αποφεύγουν να εισάγουν έναν προσωπικό τόνο στη συζήτηση. Προς αυτό το σκοπό, δεν πρέπει ποτέ να κάνουν προσωπική επίθεση, ούτε να κάνουν κάποιον υπαινιγμό για τα κίνητρα των μελών. Οι ομιλητές θα πρέπει να αναφέρονται σε αξιωματούχους της συλλογικότητας μόνο με τον τίτλο τους και να αποφεύγουν να αναφέρουν τα ονόματα άλλων μελών όσο το δυνατό γίνεται.

ΤΙΘΕΤΑΙ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Όταν η επιχειρηματολογία φαίνεται οτι έχει τελειώσει, ο πρόεδρος μπορεί να ρωτήσει “Είστε έτοιμοι για ψηφοφορία;” ή “Υπάρχει άλλη επιχειρηματολογία”; Αν κανείς δεν θέλει να πάρει το λόγο, ο πρόεδρος συνεχίζει με το να θέσει το ερώτημα, δηλαδή να το θέσει σε ψηφοφορία, αφού διευκρινήσει για άλλη μια φορά το ακριβές ερώτημα που η συνέλευση καλείται να αποφασίσει. Αν η διατύπωση της πρότασης από τον πρόεδρο είναι λανθασμένη, μπορεί να τεθεί διαδικαστική ένσταση μέχρι πριν να έχει ψηφίσει οποιοδήποτε μέλος. Εκτός από τυχόν διορθώσεις που προκύψουν από τέτοιες ενστάσεις, η διατύπωση της πρότασης από τον πρόεδρο είναι οριστική και πρέπει να καταγραφεί με τον ίδιο τρόπο στα πρακτικά. Αν υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα για μπέρδεμα, ο πρόεδρος, πριν ξεκινήσει την ψηφοφορία, θα πρέπει να σιγουρευτεί οτι τα μέλη κατανοούν το αποτέλεσμα που θα έχει μια ψήφος “Ναι” και μια ψήφος “Όχι”. Όταν θέτει το ερώτημα, ο πρόεδρος θα πρέπει να σηκώνεται (εκτός από μικρές συναντήσεις) και θα πρέπει να προβάλλει την φωνή του για να αντιληφθούν όλοι οτι γίνεται ψηφοφορία. Η ψηφοφορία μπορεί να γίνει δια βοής, ή με την έγερση, ή σε μικρές συνελεύσεις με ανάταση χεριών. Ο πρόεδρος πρέπει πρώτα να καλεί την θετική (καταφατική) ψήφο και μετά την αρνητική ψήφο. Ο πρόεδρος πρέπει πάντα να καλεί την αρνητική ψήφο, ανεξάρτητα από το πόσο ομόφωνη φαίνεται να είναι η θετική ψήφος. Ο πρόεδρος δεν πρέπει να καλεί ψήφο για “λευκά” ή “αποχή” γιατί ο αριθμός των μελών που αποκρίνονται σ’ αυτό το κάλεσμα δεν έχει νόημα. Το να “απέχει” κάποιος σημαίνει να μη ψηφίσει καθόλου, και το μέλος που δεν ψηφίζει απέχει το ίδιο από αυτόν που ψηφίζει “αποχή” (ή λευκό).

Η ακριβή μέθοδος της ψηφοφορίας μπορεί να καθοριστεί από τους κανόνες του σώματος.

ΥΙΟΘΕΤΗΣΗ ΜΙΑΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΧΩΡΙΣ ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ, ΜΕ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ

Σε περίπτωση που δεν φαίνεται να υπάρχει εναντίωση σε θέματα ρουτίνας ή σε ερωτήματα μικρής σημασίας, μπορεί να εξοικονομηθεί χρόνος με τη διαδικασία της ομόφωνης συναίνεσης – Unanimous Consent. Η χρήση αυτού του τρόπου είναι σύμφωνη με την αρχή του οτι οι κανόνες είναι σχεδιασμένοι για την προστασία της μειοψηφίας και γενικά δεν είναι απαραίτητο να εφαρμόζονται αυστηρά όταν δεν υπάρχει μειοψηφία που χρειάζεται προστασία. Υπό αυτές τις συνθήκες, η μέθοδος της συναίνεσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υιοθετηθεί μια πρόταση χωρίς τα παραπάνω βήματα ή χωρίς τη διατύπωση της πρότασης και χωρίς να τεθεί η πρόταση σε τυπική ψηφοφορία, ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να παρθεί μια απόφαση χωρίς καν να έχει γίνει τυπικά μια πρόταση. Για να ακολουθήσει τη διαδικασία της συναίνεσης, ο πρόεδρος δηλώνει οτι: “Αν δεν υπάρχει αντίρρηση ...”, ή μπορεί να ρωτήσει: “Υπάρχει κάποια αντίρρηση στο να ...” Μετά κάνει μια παύση και αν κάνενα μέλος δεν πει οτι έχει αντίρρηση, τότε ο πρόεδρος ανακοινώνει “Αφού δεν υπάρχει αντίρρηση ...” η απόφαση πάρθηκε. Αν υπάρχει κάποια αντίρρηση, ο πρόεδρος πρέπει να δηλώσει το ερώτημα (την πρόταση), να επιτρέψει την επιχειρηματολογία (εκτός αν είναι ερώτημα που δεν δέχεται επιχειρηματολογία) και να θέσει το ερώτημα με τον κανονικό τρόπο. Ή, αν δεν έχει γίνει καν πρόταση, ο πρόεδρος πρέπει πρώτα να ρωτήσει “Υπάρχει πρόταση για να ...”. Αν υπάρξει αντίρρηση σε λογικό χρόνο, ακόμα και αν ο πρόεδρος έχει ήδη ανακοινώσει οτι “δεν υπάρχει αντίρρηση” πρέπει να αγνοήσει αυτή την ανακοίνωση και να προχωρήσει με το να δηλώσει την πρόταση με τον συνηθισμένο τρόπο.

“Ομόφωνη συναίνεση” δεν σημαίνει απαραίτητα οτι κάθε ένα από τα παρόντα μέλη είναι υπέρ της προτεινόμενης δράσης. Το μόνο που μπορεί να σημαίνει είναι οτι τα μέλη που είναι αντίθετα, αισθανόμενα οτι είναι μάταιο να φέρουν αντίρρηση ή να συζητήσουν το θέμα, απλά συναινούν σιωπηλά. Παρομοίως αν κάποιο μέλος αποκριθεί στο ερώτημα του προέδρου για το αν “Υπάρχει κάποια αντίρρηση”, λέγοντας οτι έχει αντίρρηση, δεν σημαίνει οτι απαραίτητα εναντιώνεται στην πρόταση καθεαυτή, αλλά μπορεί να πιστεύει οτι είναι σοφό να γίνει τυπική ψηφοφορία σ’ αυτή την περίπτωση. Με άλλα λόγια, η ένσταση δεν γίνεται για την προτεινόμενη δράση, αλλά για το οτι η δράση αποφασίζεται χωρίς επίσημη ψηφοφορία. Κανένα μέλος δεν πρέπει να διστάσει να φέρει αντίρρηση αν αισθάνεται οτι αυτό είναι επιθυμητό, αλλά δεν πρέπει να φέρει αντίρρηση για λόγους παρεμπόδισης. Άν ένα μέλος δεν είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα που θα έχει μια δράση που προτείνεται για συναίνεση, μπορεί να πει “Επιφυλάσσομαι το δικαίωμα αντίρρησης”. Μετά από σύντομη διαβούλευση μπορεί να φέρει αντίρρηση ή να αποσύρει την επιφύλλαξη.

Οι διορθώσεις και έγκριση των πρακτικών είναι ένα παράδειγμα αποφάσεων που συνήθως γίνονται με συναίνεση. Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι όταν ένας ομιλητής που έχει εξαντλήσει το χρόνο που έχει για την επιχειρηματολογία του ζητήσει άλλα δύο λεπτά. Αν ο πρόεδρος νομίζει οτι κανένας δεν θα έχει αντίρρηση, μπορεί να πει κάτι σαν: “Αν δεν υπάρχει αντίρρηση, ο ομιλητής θα έχει άλλα δύο λεπτά” και μετά από μικρή παύση μπορεί να πει “Εφ’ όσον δεν υπάρχει αντίρρηση, ο χρόνος του ομιλητή επεκτείνεται για δύο λεπτά”. Σε περιπτώσεις που η συναίνεση είναι προφανής, ο πρόεδρος μπορεί μερικές φορές να την θεωρήσει ως δεδομένη. Για παράδειγμα, αν όλοι είναι προσηλωμένοι στα λόγια ενός ομιλητή που φαίνεται να είναι στο τέλος της ομιλίας του, μπορεί να τον αφήσει να ολοκληρώσει χωρίς τον διακόψει, παρόλο που ο χρόνος του έχει λήξει.

Πηγή: Μετάφραση/Διασκευή από το "Robert's Rules of Order, Newly Revised," 11th edition.

Προτάσεις με αύξουσα σειρά προτεραιότητας :

Κύρια Πρόταση: Χρειάζεται 2ος, Συζητήσιμη, Τροποποιήσιμη, Πλειοψηφία

Αναβολή επ’ αόριστο: Χρειάζεται 2ος, Συζητήσιμη, Πλειοψηφία

Τροποίηση: Χρειάζεται 2ος, Συζητήσιμη, Τροποποιήσιμη, Πλειοψηφία

Ανάθεση σε Επιτροπή: Χρειάζεται 2ος, Συζητήσιμη, Τροποποιήσιμη, Πλειοψηφία

Αναβολή για Συγκεκριμένη ώρα: Χρειάζεται 2ος, Συζητήσιμη, Τροποποιήσιμη, Πλειοψηφία

Περιορισμός ή Επέκταση των ορίων της συζήτησης: Χρειάζεται 2ος, Τροποποιήσιμη, 2/3

Να τεθεί το Ερώτημα: Χρειάζεται 2ος, 2/3

Να μπει στην Άκρη: Χρειάζεται 2ος, Πλειοψηφία

Τήρηση της Ατζέντας: Μπορεί να διακόψει, -

Διάλειμμα: Χρειάζεται 2ος, Τροποποιήσιμη, Πλειοψηφία

Λήξη: Χρειάζεται 2ος, Πλειοψηφία

Ορισμός Επόμενης Συνάντησης: Χρειάζεται 2ος, Τροποποιήσιμη, Πλειοψηφία

Προτάσεις χωρίς σειρά προτεραιότητας :

Διαδικαστικό: Μπορεί να διακόψει, -

Έφεση: Μπορεί να διακόψει, Χρειάζεται 2ος, Συζητήσιμη, Πλειοψηφία

Ερώτηση: Μπορεί να διακόψει, -

Αναστολή των Κανόνων: Χρειάζεται 2ος, 2/3

Εναντίωση στο Θέμα: Μπορεί να διακόψει, 2/3

Διαίρεση της Πρότασης: Χρειάζεται 2ος, Τροποποιήσιμη, Πλειοψηφία

Εξέταση ανά Παράγραφο: Χρειάζεται 2ος, Τροποποιήσιμη, Πλειοψηφία

Καταμέτρηση: Μπορεί να διακόψει, -

Επανεξέταση: Χρειάζεται 2ος, Συζητήσιμη, Τροποποιήσιμη, 2/3